Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

ΟΜΗΡΟΣ

  Ήταν το φρεσκοξυρισμένο πρόσωπο 
  του θανάτου,
  το σκελετωμένο χέρι της μοίρας , 
 αυτό που με έκανε να ερωτευτώ την ώχρα ;
 Να γίνω όμηρος της πανσέληνου ,
 δένοντας πρόχειρα τη ζωή μου σε ένα κυπαρίσσι .  
 Ή μήπως ήταν τα βράδια ;  
 Πόση ντροπή ,    
 πόση ανέχεια . 
 Πες μου πως είναι να πνίγεσαι 
 σε μια πρησμένη φλέβα ;  
 Μικρή μου βασίλισσα των μεταμεσονύκτιων ασθενοφόρων .

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2011

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΤΡΕΛΟΥ

Κει που προσευχεται τρελος
κανενας δε ζυγωνει
κοκκινο συνεφο ξυπνα
κι αρια τον κουκουλωνει

σφιγγει τα δοντια στο σταυρο
ενα ονομα αλαλαζει
και το χορταρι που πατα
προστυχα μυρμηγγιαζει

''ελα γαλερα παρε με
σα σβησουνε οι φαροι
σου στρωσα δρομο γιασεμια
ελα χωρις φεγγαρι

ελα δεν εχω απαντοχη
λιονταρι ειμαι και φιδι
και στον καθρεφτη σαν κοιτω
στο βλεμμα εχω στολιδι

κεινη που με ξαγγιλωσε
που με εβαλε στα πλατια
κοκκινα που εχει τα μαλια
και πρασινα τα ματια

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

ΤΟ ΛΑΘΟΣ

το λαθος ειναι το καλοπιασμα του μισεμου....
ειναι η αληθεια πριν γερασει...
εχει χρωμα μπλε σκουρο...
γευση πικρας και αλμυρας και ψελιζεται...
ειναι η καινουργια φορεσια της λαμπρης...
αλλα και πεσμενο σταχι στο χωματοδρομο...
ειναι κοριτσι δροσερο...
αλλα και γρια γανωμενη...
ενα συνεχομενο αποχαιρετηστηριο φιλι...
ενα συνεχομενο γεια....
ενα συνεχομενο θα τα ξαναπουμε....
σπαει το χρονο σε μικρα θαυματα...
ειναι αγραφο χαρτι και ανορθογραφο...
ποτε δεν εμαθα κατι απ το λαθος....
ισως γιατι δεν εκατσα ποτε να πιω καφε μαζι του... 

Σάββατο, 5 Μαρτίου 2011

ΜΗ ΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΙΠΟΤΑ

μη ζητωντας τιποτα ειναι σα....
να σε προσπερνουν τα ματια που
εχουν το χρωμα απ τις λιμνες του βορα...
να καλοπιανεις με χιλια γραμματα το ψεμα σου..
να παιζεις παντα τερματοφυλακας....
να μην ονειρευεσαι παραξενα στοιχειωματα...
να μην ταπεινωνεσαι μπροστα στην παιδικη αφελια..
να αργεις στις θυμησες...
μη ζητωντας τιποτα...ζητας πολλα....
ειναι σα να εχεις ολα τα τσιγαρα του κοσμου..
κι αυτο ειναι μαλακια... 

Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2011

ΤΟ ΒΑΛΣ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ

Χίλιους αιώνες πως γυρνούσα στο σκοτάδι ;      
  Κίτρινα φύλλα μου στολίζαν τα μαλλιά μου .
  Δεν είχα στίχους στα μεθύσια μου για χάδι
 δεν είχα λόγια για να νοιώσω τη λαλιά μου . 
                                                                                                                                                                                                 Κι ονείρου ονείρατο  η αγκαλιά που αχνοθυμόμουν
 έβγαινε αλώβητη από τσαλακωμένα παραμύθια ,
 έσπερνε ψίθυρους στις ώρες μου τις άγονες     ,
 έλουζε ανέμους τα ανήλια μου σκοτάδια ,
πλάθαν τα χέρια της φεγγάρια κι άσπρους κρίνους ,
 χα , όταν γελούσε μόνο πανάκριβα ταξίδια .
 Και ήτανε τέλεια του τέλειου η πληγή .
                                                                                                                                                                                                 Μα ήμουν ζητιάνος βασιλιάς ,ήμουνα εντάξει .
Έριχνα  μέρες βότσαλα στα κύματα μου .
Έβαζα χρώματα που χάθηκαν σε τάξη
πάντα σε κύκλους ,μην τελειώνει η χαρά μου .

Ζούσα σε κήπους που είχαν πάψει να ονειρεύονται

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

ΒΡΑΔΙΑ

Βράδια που δέρνει η αγρυπνιά   το ασθενικό σκαρί μας  
καρδιά που μένει αχόρταγη στη ζάλη του κρασιού
 κι όμοια το γέλιο το πικρό το ξέρει η ψυχή μας 
πως πάντα θα είμαστε έρμαια κάθε αλαφρού καιρού .
                                                                                                                                                                                                                                                     Ξέφτισε όπως το φιλί ξέφτισε το μυαλό μας  
μάτια που πλάθανε όνειρα και που έχουν κουραστεί ,
τα στέκια που γυρνούσαμε φθονούν το γυρισμό μας    
κατά πως δέρνει ο άνεμος το τρύπιο μας
 πανί . 
                                                                                                                                                                                                                                                                               Μα η πλάστιγγα κι αν έγειρε κι αν έφυγαν οι φίλοι 
 χωρίς πυξίδα ή στίγματα χωρίς αστερισμό 
ζήτησα μοναχά να βρω το πιο θλιμμένο αστέρι 
αν τα άψυχα τα μάτια του αντέξω να τα δω .
                                                                                                                                                                                                                                                                                   Και είπαμε λόγια του πιοτού με ιδρώτα ποτισμένα 
στον ξεραμένο μου κορμό αίμα ξανακυλούσε 
φάνταζες τόσο μακρινή ωραία κοιμωμένη
σα φάντασμα που όσο έζησα στην τρέλα μ’ οδηγούσε .